ἀγνύς

ἀγνύς, pl. -ῦθες
Grammatical information: f.
Meaning: `weaving stones' (Plu.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Probably a substr. word. Chantr. Form. 366. Suffixes of the type -υθ- with long vowel are typical of Pre-Greek.
Page in Frisk: 1,13

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αγνύς — ἀγνύς ( ῡθος), η (Α) συνήθως στον πληθ. αἱ ἀγνῡθες βαρίδια τού αργαλειού. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολογίας] …   Dictionary of Greek

  • ἀγνύς — ἀ̱γνύ̱ς , ἄγνυμι break pres part act masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγνύθων — ἀγνύς loom weight fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγνυθας — ἀγνύς loom weight fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαγνάδι — το (Μ μαγνάδι[ο]ν) λεπτό, αραχνοΰφαντο κάλυμμα τού κεφαλιού, πέπλο, μπόλια, καλύπτρα νεοελλ. κάθε λεπτό και αραιά υφασμένο πανί, όπως το πανί τής κρησάρας. [ΕΤΥΜΟΛ. < μανός «αραιός» (μανόν > μανάδι > μαγνάδι) με ανάπτυξη γ προ τού ν… …   Dictionary of Greek

  • ἄγνυσι — ἄ̱γνῡσι , ἄγνυμι break pres ind act 3rd sg ἀγνύς loom weight fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.